Μετάφραση του "crew" σε Ελληνικά

Οι πλήρωμα, συνεργείο, συμμορία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "crew" σε Ελληνικά.

crew verb noun γραμματική

A group of people (often staff) manning and operating a large facility or piece of equipment such as a factory, ship, boat or airplane [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλήρωμα

    noun neuter

    non-officer nautical personnel [..]

    Each crew will get three minutes to show the judges exactly what they got.

    Κάθε πλήρωμα θα πάρει τρία λεπτά για να δείχνουν τους δικαστές ακριβώς τι πήραν.

  • συνεργείο

    noun neuter

    group of people working on common task [..]

    One of the film crew got him the milk.

    Κάποιος από το συνεργείο του πήγε το γάλα.

  • συμμορία

    noun feminine

    informal: group of friends or associates [..]

    I'm gonna kill you and the rest of your crew.

    Θα σκοτώσω εσένα και όλη την συμμορία σας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επανδρώνω
    • ομάδα
    • παρέα
    • όμιλος
    • Πλήρωμα
    • βάρδια
    • τσούρμο
    • συντεχνία
    • προσωπικό πληρώματος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " crew " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Crew proper

A male given name

+ Προσθήκη

"Crew" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Crew στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "crew"

Φράσεις παρόμοιες με "crew" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κουρεμένος γουλί · στρατιωτικό κούρεμα
  • πλήρωμα εδάφους · προσωπικό εδάφους
  • ομάδα περισυλλογής · σωστικό συνεργείο
  • πλήρωμα εδάφους · προσωπικό εδάφους
  • ελάχιστο προσωπικό
  • αεροσυνοδός
  • σωστικό συνεργείο
  • ομάδα παραγωγής ταινίας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "crew" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη