Μετάφραση του "crumbly" σε Ελληνικά
Οι ετοιμόρροπος, εύθρυπτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "crumbly" σε Ελληνικά.
crumbly
adjective
noun
γραμματική
easy to break into small fragments; brittle or friable [..]
-
ετοιμόρροπος
adjective masculine -
εύθρυπτος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " crumbly " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "crumbly" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαλύομαι · καταρρέω
-
έτσι είν' η ζωή
-
διαλυμένος · ετοιμόρροπο · θρυμματισμός · ξεχαρβαλωμένος
-
αναλύω · αποσαθρώνω · αποσυνθέτω · αποσυντίθεμαι · γίνομαι συντρίμμια · γκρεμίζομαι · διαλύομαι · θρυμματίζομαι · θρυμματίζω · καταρρέω
-
αναλύω · αποσαθρώνω · αποσυνθέτω · αποσυντίθεμαι · γίνομαι συντρίμμια · γκρεμίζομαι · διαλύομαι · θρυμματίζομαι · θρυμματίζω · καταρρέω
-
διαλυμένος · ετοιμόρροπο · θρυμματισμός · ξεχαρβαλωμένος
-
διαλύομαι · καταρρέω
-
αναλύω · αποσαθρώνω · αποσυνθέτω · αποσυντίθεμαι · γίνομαι συντρίμμια · γκρεμίζομαι · διαλύομαι · θρυμματίζομαι · θρυμματίζω · καταρρέω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη