Μετάφραση του "crumpet" σε Ελληνικά

Οι τηγανίτα, γκόμενα, κεφάλι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "crumpet" σε Ελληνικά.

crumpet noun γραμματική

A type of savoury cake, typically flat and round, made from batter and yeast, containing many small holes and served toasted, usually with butter. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τηγανίτα

    noun feminine

    What's the difference between a crumpet and an English muffin?

    Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε μία τηγανίτα και σε ένα Αγγλικό μάφιν?

  • γκόμενα

    noun
  • κεφάλι

    noun neuter
  • κρέπα

    feminine

    She'll have a back rub and a crumpet.

    Θα κάνει μασάζ και θα φάει καμιά κρέπα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " crumpet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "crumpet"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "crumpet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη