Μετάφραση του "crumpled" σε Ελληνικά
Το τσαλακωμένος είναι η μετάφραση του "crumpled" σε Ελληνικά.
crumpled
adjective
verb
Squeezed into a compact mass by irregular folds. [..]
-
τσαλακωμένος
adjective masculineLiterally, it means " crumpled dance. "
Κυριολεκτικά σημαίνει " τσαλακωμένος χορός ".
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " crumpled " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "crumpled" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ζαρώνω
-
αναλύω · αποσυνθέτω · ζαρώνω · καταρρέω · πτυχή · σωριάζομαι · σωριάζω · τσαλακώνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη