Μετάφραση του "decrepitude" σε Ελληνικά
Οι αδυναμία, κατέβασμα, καταβιβασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "decrepitude" σε Ελληνικά.
decrepitude
noun
γραμματική
the state of being decrepit or worn out from age or long use [..]
-
αδυναμία
noun feminineThe state of being weak.
-
κατέβασμα
-
καταβιβασμός
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χαμήλωμα
- μείωση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " decrepitude " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη