Μετάφραση του "decrepit" σε Ελληνικά

Οι ετοιμόρροπος, χούφταλο, υπέργηρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "decrepit" σε Ελληνικά.

decrepit adjective γραμματική

Weakened or worn out from age or wear [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ετοιμόρροπος

    adjective masculine

    You're not decrepit yet, old boy.

    Δεν είσαι και ετοιμόρροπος ακόμη, γέρο μου.

  • χούφταλο

    Noun
  • υπέργηρος

    adjective masculine

    It'll be good for you, you are decrepit.

    Θα είναι καλό για σένα, που είσαι υπέργηρος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξασθενημένος
    • ξεχαρβαλωμένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " decrepit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "decrepit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη