Μετάφραση του "decreed" σε Ελληνικά
Το καθορισμένος είναι η μετάφραση του "decreed" σε Ελληνικά.
decreed
adjective
verb
Simple past tense and past participle of decree. [..]
-
καθορισμένος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " decreed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "decreed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υπουργική απόφαση
-
διαζευκτήριο
-
απόφαση · απόφαση δικαστηρίου · διάταγμα · διατάζω · διατάσσω · δικαστική εντολή · θέσφατο · θεσπίζω · ψήφισμα
-
αυτοκρατορικό διάταγμα
-
προεδρικό διάταγμα
-
απόφαση · απόφαση δικαστηρίου · διάταγμα · διατάζω · διατάσσω · δικαστική εντολή · θέσφατο · θεσπίζω · ψήφισμα
-
απόφαση · απόφαση δικαστηρίου · διάταγμα · διατάζω · διατάσσω · δικαστική εντολή · θέσφατο · θεσπίζω · ψήφισμα
-
απόφαση · απόφαση δικαστηρίου · διάταγμα · διατάζω · διατάσσω · δικαστική εντολή · θέσφατο · θεσπίζω · ψήφισμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη