Μετάφραση του "deductive" σε Ελληνικά

Οι παραγωγικός, αφαιρετικός, μειωτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deductive" σε Ελληνικά.

deductive adjective γραμματική

Of, pertaining to, or based on deduction. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παραγωγικός

    adjective masculine

    of, pertaining to, or based on deduction

    Deductive reasoning is also one of Data's strengths.

    Ο παραγωγικός συλλογισμός είναι επίσης ένα δυνατό σημείο του Ντέιτα.

  • αφαιρετικός

    adjective
  • μειωτικός

  • συμπερασματικός, επαγωγικός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " deductive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "deductive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Παραγωγικός συλλογισμός · αναγωγή · αναγωγικός συλλογισμός · παραγωγικός συλλογισμός
  • συμπέρασμα, αφαίρεση, κράτηση
  • αφαιρώ
  • έκπτωση · αδιαφορία · αδράνεια · αθημία · ακεφία · αναγωγή · αναγωγικός συλλογισμός · απάθεια · απαγωγή · αφαίρεση · κράτηση · μελαγχολία · παραγωγή · παραγωγικός λογισμός · παρακράτηση · πόρισμα · συμπέρασμα
  • Κράτηση , συμπέρασμα
  • αφαιρώ · εκπίπτω · εξάγω · κάνω κρατήσεις · παρακρατώ
  • αφαιρεθέν ποσό προπληρωμής
  • παρακράτηση στην πηγή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "deductive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη