Μετάφραση του "deduction" σε Ελληνικά
Οι παρακράτηση, συμπέρασμα, αφαίρεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deduction" σε Ελληνικά.
(logic) A process of reasoning that moves from the general to the specific, in which a conclusion follows necessarily from the premises presented, so that the conclusion cannot be false if the premises are true. [..]
-
παρακράτηση
noun femininethat which is subtracted or removed
I mean, is there money in the till after deductions for income tax?
Θα υπάρχουν χρήματα μετά την παρακράτηση του φόρου εισοδήματος;
-
συμπέρασμα
noun neuterA conclusion; that which is deduced, concluded or figured out
From this, the national court concludes that in principle Firin has a right to an input tax deduction.
Το αιτούν δικαστήριο συνάγει εξ αυτού το συμπέρασμα ότι η Firin έχει, κατ’ αρχήν, δικαίωμα εκπτώσεως του φόρου.
-
αφαίρεση
noun femininethat which is subtracted or removed
All figures used shall be taken before any deduction for direct taxation.
Όλα τα χρησιμοποιούμενα αριθμητικά στοιχεία λαμβάνονται υπόψη πριν από την αφαίρεση των τυχόν άμεσων φόρων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- έκπτωση
- παραγωγή
- παραγωγικός λογισμός
- απαγωγή
- αναγωγή
- αθημία
- ακεφία
- μελαγχολία
- απάθεια
- αδιαφορία
- αδράνεια
- κράτηση
- πόρισμα
- αναγωγικός συλλογισμός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " deduction " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Κράτηση , συμπέρασμα
Φράσεις παρόμοιες με "deduction" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Παραγωγικός συλλογισμός · αναγωγή · αναγωγικός συλλογισμός · παραγωγικός συλλογισμός
-
συμπέρασμα, αφαίρεση, κράτηση
-
αφαιρώ
-
παραγωγικός · συμπερασματικός, επαγωγικός
-
αφαιρώ · εκπίπτω · εξάγω · κάνω κρατήσεις · παρακρατώ
-
αφαιρεθέν ποσό προπληρωμής
-
παρακράτηση στην πηγή
-
συμπερασματικός κανόνας