Μετάφραση του "deflation" σε Ελληνικά
Οι αποπληθωρισμός, αντιπληθωρισμός, ύφεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deflation" σε Ελληνικά.
deflation
noun
γραμματική
(economics) A decrease in the general price level, that is, in the nominal cost of goods and services as well as wages. [..]
-
αποπληθωρισμός
noun masculineIf price stability is under threat from anything, it is from deflation.
Εάν υπάρχει κάτι που απειλεί τη σταθερότητα των τιμών, αυτό είναι ο αποπληθωρισμός.
-
αντιπληθωρισμός
noun masculineI do not even want to ask what the results of the questionnaire were when it came to the word 'deflation'.
Δεν θέλω καν να ρωτήσω ποια ήταν τα αποτελέσματα του ερωτηματολογίου σε σχέση με τη λέξη "αντιπληθωρισμός".
-
ύφεση
noun feminineBut it did not stop deflation.
Αυτό δεν εμπόδισε την ύφεση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " deflation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη