Μετάφραση του "defray" σε Ελληνικά

Οι καλύπτω, πληρώνω, καταβάλλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "defray" σε Ελληνικά.

defray verb γραμματική

To pay or discharge; to serve in payment of; to provide for, as a charge, debt, expenses, costs, etc. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλύπτω

    verb

    Then let me prove our friendship by advancing whatever might defray them.

    Τότε, άσε με να αποδείξω τη φιλία μας... προσπαθώντας να σε καλύψω όπως μπορώ.

  • πληρώνω

    verb
  • καταβάλλω

    verb

    The Court shall defray the expenses occasioned by the letters rogatory without prejudice to the right to charge them, where appropriate, to the parties.

    Το Δικαστήριο καταβάλλει τα έξοδα της αιτήσεως για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων επιφυλασσόμενο να τα επιβάλει ενδεχομένως στους διαδίκους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δίνω
    • αποπληρώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " defray " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "defray" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "defray" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη