Μετάφραση του "digression" σε Ελληνικά

Οι παρέκβαση, παρέκκλιση, εκτροπή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "digression" σε Ελληνικά.

digression noun γραμματική

A departure from the subject, course, or idea at hand; an exploration of a different or unrelated concern. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρέκβαση

    noun feminine

    Father Antonio never allowed any digressions around here.

    Ο πάτερ Αντόνιο ποτέ δεν επέτρεψε καμία παρέκβαση εδώ πέρα.

  • παρέκκλιση

    noun

    This said, I should like to make a small digression as someone who unfortunately has had first-hand experience of these matters.

    Τούτου λεχθέντος, θα ήθελα να μου επιτραπεί μια μικρή παρέκκλιση καθόσον έχω, δυστυχώς, προσωπική πείρα αυτών των θεμάτων.

  • εκτροπή

    noun

    Turkish bloggers discuss whether the resignation of top generals represents an advancement or digression for Turkish democracy

    Οι Τούρκοι ιστολόγοι συζητούν για το έαν η παραίτηση ανώτατων στρατηγών εκφράζει πρόοδο ή εκτροπή για τη δημοκρατία στην Τουρκία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " digression " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "digression" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "digression" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη