Μετάφραση του "digraph" σε Ελληνικά
Οι δίψηφο, δίγραμμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "digraph" σε Ελληνικά.
digraph
noun
γραμματική
(graph theory) A directed graph. [..]
-
δίψηφο
neuter -
δίγραμμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " digraph " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη