Μετάφραση του "dignitary" σε Ελληνικά
Οι αξιωματούχος, επίσημος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dignitary" σε Ελληνικά.
dignitary
noun
γραμματική
an important or influential person, or one of high rank or position [..]
-
αξιωματούχος
noun masculineWhat a way to transport a Federation dignitary.
Ωραίος τρόπος να μεταφερθεί ένας αξιωματούχος της Ομοσπονδίας.
-
επίσημος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dignitary " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη