Μετάφραση του "divinity" σε Ελληνικά
Οι θεότητα, θεός, θεά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "divinity" σε Ελληνικά.
divinity
noun
γραμματική
(uncountable) The property of being divine, of being like a god or God. [..]
-
θεότητα
noun femininea deity [..]
It is a pagan divinity that was found in the woods.
Είναι μια παγανιστική θεότητα που βρέθηκε στο δάσος.
-
θεός
noun masculineHeroes - whatever high ideals we may have of them - are mortal, not divine.
Οι ήρωες, όσο και άριστη άποψη vα έχουμε γι'αυτούς είvαι θvητοί, δεv είvαι θεοί..
-
θεά
noun feminineAnd, if you care to celebrate tonight, they say that that new dancer at the Hotel Crillon is divine.
Και αν ενδιαφέρεσαι να τον γιορτάσεις απόψε, λένε ότι η νέα τραγουδίστρια στο ξενοδοχείο Κριγιόν είναι θεά.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- θεολογία
- θείο
- θρησκειολογία
- θεία φύση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " divinity " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "divinity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
θεία λειτουργία · λειτουργία
-
Θεία Λειτουργία
-
θύτης · μάντης · μάντις · προφήτης
-
Θεία Κωμωδία
-
αστρολογία
-
μαντεία · μαντική · οἰωνισμὸς · προφητεία
-
μαντική ράβδος · ράβδος υδροσκόπου
-
Η Θεία Λειτουργία του Χρυσοστόμου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη