Μετάφραση του "divisible" σε Ελληνικά
Οι διαιρετός, διαχωρίσιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "divisible" σε Ελληνικά.
divisible
adjective
noun
γραμματική
(arithmetic) Of an integer, that, when divided by another integer, leaves no remainder. [..]
-
διαιρετός
adjective masculineCapable of being divided [..]
Repayment of the advances is a divisible obligation to which the following principles laid down by statute apply.
Η επιστροφή των προκαταβολών είναι διαιρετή παροχή, για την οποία ισχύουν, κατά τις νομοθετικές διατάξεις, οι ακόλουθες αρχές.
-
διαχωρίσιμος
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " divisible " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "divisible" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πολυπλεξία διαίρεσης πακέτων
-
Πολλαπλή πρόσβαση διαίρεσης συχνότητας
-
Πολυπλεξία διαίρεσης συχνότητας
-
Πολλαπλή πρόσβαση διαίρεσης συχνότητας
-
Κέντρο καταμερισμού χρόνου
-
Πολλαπλή πρόσβαση διαίρεσης χώρου
-
Ορθογωνική διαίρεση συχνότητας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη