Μετάφραση του "dotage" σε Ελληνικά

Οι ξεμώραμα, παλιμπαιδισμός, άνοια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dotage" σε Ελληνικά.

dotage noun γραμματική

Decline in judgment and other cognitive functions, associated with aging; senility. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξεμώραμα

    neuter

    senility

  • παλιμπαιδισμός

    masculine

    senility

  • άνοια

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dotage " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dotage" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη