Μετάφραση του "doting" σε Ελληνικά
Το αφοσιωμένος είναι η μετάφραση του "doting" σε Ελληνικά.
doting
adjective
noun
verb
γραμματική
Present participle of dote. [..]
-
αφοσιωμένος
Yeah, he acts like the doting dad, always putting Alicia's life concerns first.
Ναι, το παίζει αφοσιωμένος πατέρας που βάζει πάνω από όλα τις έγνοιες της Αλίσα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " doting " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη