Μετάφραση του "dotard" σε Ελληνικά
Οι ξεμωραμένος, ξαναμωραμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dotard" σε Ελληνικά.
dotard
noun
γραμματική
An old person with impaired intellect; one in his or her dotage. [..]
-
ξεμωραμένος
particleI do not care to be reminded that I am an old dotard.
Δεν μου αρέσει να μου υπενθυμίζουν ότι είμαι ένας ξεμωραμένος γέρος.
-
ξαναμωραμένος
particle
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dotard " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη