Μετάφραση του "dredging" σε Ελληνικά

Οι βυθοκόρηση, βυθοκόρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dredging" σε Ελληνικά.

dredging noun verb γραμματική

Present participle of dredge. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βυθοκόρηση

    noun feminine

    Removing solid matter from the bottom of a water area. (Source: MGH)

    Extraction or dredging as such do not qualify for State aid to maritime transport.

    Η εξόρυξη ή η βυθοκόρηση καθαυτή δεν είναι επιλέξιμες για κρατικές ενισχύσεις στον τομέα των θαλασσίων μεταφορών.

  • βυθοκόρος

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dredging " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "dredging"

Φράσεις παρόμοιες με "dredging" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • υπολείμματα βυθοκόρησης
  • βυθοκόρος · πασπαλίζω · ψάχνω
  • αναμοχλεύω
  • βυθοκόρος
  • βυθοκόρος · πασπαλίζω · ψάχνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dredging" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη