Μετάφραση του "drenched" σε Ελληνικά
Οι μούσκεμα, βουτηγμένος (σε κτ), διαποτισμένος (με κτ) είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "drenched" σε Ελληνικά.
drenched
adjective
verb
γραμματική
Simple past tense and past participle of drench. [..]
-
μούσκεμα
adjectiveCompletely wet; sodden
Let me see how it feels getting drenched in the rains of America!
Θέλω να δω πως είναι να γίνεσαι μούσκεμα στην Αμερική!
-
βουτηγμένος (σε κτ)
-
διαποτισμένος (με κτ)
-
πνιγμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " drenched " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "drenched" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γίνομαι λούτσα
-
νεροποντή
-
ηλιόλουστος
-
βουτάω (κτ κάπου) · βρέχω · βυθίζω · διαβρέχω · διαποτίζω · κατακλύζω · καταποντίζω · μουσκεύω · πνίγω
-
καταβρεγμένος · μούσκεμα από τη βροχή
-
βουτάω (κτ κάπου) · βρέχω · βυθίζω · διαβρέχω · διαποτίζω · κατακλύζω · καταποντίζω · μουσκεύω · πνίγω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη