Μετάφραση του "drench" σε Ελληνικά
Οι μουσκεύω, διαβρέχω, βρέχω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "drench" σε Ελληνικά.
drench
verb
noun
γραμματική
A draught administered to an animal. [..]
-
μουσκεύω
verb -
διαβρέχω
-
βρέχω
verbNow that you've drenched your throats, - it's time to sing some more.
Τώρα που έχετε βρέξει τους λαιμούς σας, είναι ώρα να τραγουδήσουμε δυνατά.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κατακλύζω
- πνίγω
- διαποτίζω
- καταποντίζω
- βυθίζω
- βουτάω (κτ κάπου)
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " drench " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "drench" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γίνομαι λούτσα
-
βουτηγμένος (σε κτ) · διαποτισμένος (με κτ) · μούσκεμα · πνιγμένος
-
νεροποντή
-
ηλιόλουστος
-
καταβρεγμένος · μούσκεμα από τη βροχή
-
βουτηγμένος (σε κτ) · διαποτισμένος (με κτ) · μούσκεμα · πνιγμένος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη