Μετάφραση του "elasticated" σε Ελληνικά
Το ελαστικός είναι η μετάφραση του "elasticated" σε Ελληνικά.
elasticated
adjective
γραμματική
Of clothing or part of a garment, containing a strip or strips of elastic, especially in the waistband, cuffs or the ends of the legs, in order to make the clothing fit snugly. [..]
-
ελαστικός
adjective masculineThe conclusion is that Robbie comes springing back like an elastic band.
Αποτέλεσμα, ο Ρόμπι θα γυρίσει σαν ελαστικός επίδεσμος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " elasticated " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "elasticated" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ελαστικό κύμα
-
ελαστικό μηχάνημα
-
Ελαστικός
-
μέτρο ελαστικότητας
-
λαστιχάκι
-
ελαστικό · ελαστικός · λάστιχο · λαστιχάκι
-
Θεωρία ελαστικότητας
-
ελαστικό παρέμβυσμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη