Μετάφραση του "elasticity" σε Ελληνικά

Οι ελαστικότητα, Ελαστικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "elasticity" σε Ελληνικά.

elasticity noun γραμματική

(physics) The property by virtue of which a material deformed under the load can regain its original dimensions when unloaded [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελαστικότητα

    noun feminine

    Ability of a material to return to original dimensions after deformation.

    Lexecon in their study also estimated brand level own price and cross price elasticities.

    Η Lexecon υπολόγισε επίσης στη μελέτη της την ίδια και τη σταυροειδή ελαστικότητα τιμής των προϊόντων αναγνωρισμένου σήματος.

  • Ελαστικότητα

    Ελαστικότητα είναι η ιδιότητα υλικών σωμάτων να επανέρχονται στο αρχικό τους σχήμα μετά από άσκηση εξωτερικής τάσης.

    Lexecon in their study also estimated brand level own price and cross price elasticities.

    Η Lexecon υπολόγισε επίσης στη μελέτη της την ίδια και τη σταυροειδή ελαστικότητα τιμής των προϊόντων αναγνωρισμένου σήματος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " elasticity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "elasticity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "elasticity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη