Μετάφραση του "elevate" σε Ελληνικά
Οι ανυψώνω, ανατείνω, εξυψώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "elevate" σε Ελληνικά.
elevate
adjective
verb
γραμματική
(transitive) To raise (something) to a higher position; to lift. [..]
-
ανυψώνω
verbI'm elevating the monetary and philosophical value of your work.
Ανυψώνω την χρηματική και φιλοσοφική αξία της δουλειάς σου.
-
ανατείνω
verb -
εξυψώνω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- προάγω
- υψώνω
- ανάγω
- εγείρω
- σηκώνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " elevate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "elevate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανώτερος · εξυψωμένος
-
Ανελκυστήρας · ανελκυστήρας · ανυψωτήρας · ασανσέρ · ασενσέρ · σιταποθήκη
-
υπερυψωμένο πάρκο
-
ύψωμα
-
αναβαθμισμένη αξιοπιστία
-
φρεάτιο · φρεάτιο ανελκυστήρα
-
Αλγόριθμος SCAN
-
ανάγω κτ σε τέχνη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη