Μετάφραση του "encompassing" σε Ελληνικά

Οι εμπεριστατωμένος,η,ο, που περιλαμβάνει είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "encompassing" σε Ελληνικά.

encompassing adjective verb

Present participle of encompass. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμπεριστατωμένος,η,ο

  • που περιλαμβάνει

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " encompassing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "encompassing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • περιβαλλόμενος με
  • συμπεριλαμβάνω
  • δίνω σάρκα και οστά · περιέχω · περιβάλλω · περικλείω · περικυκλώ · περικυκλώνω · περιλαμβάνω
  • συμπεριλαμβάνω
  • δίνω σάρκα και οστά · περιέχω · περιβάλλω · περικλείω · περικυκλώ · περικυκλώνω · περιλαμβάνω
  • δίνω σάρκα και οστά · περιέχω · περιβάλλω · περικλείω · περικυκλώ · περικυκλώνω · περιλαμβάνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "encompassing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη