Μετάφραση του "endemism" σε Ελληνικά
Το Ενδημισμός είναι η μετάφραση του "endemism" σε Ελληνικά.
endemism
noun
γραμματική
The state of being endemic [..]
-
Ενδημισμός
ecological state of being unique to a defined geographic location or habitat
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " endemism " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "endemism" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ενδημική φτώχεια
-
ενδημική νόσος
-
ενδημική χώρα
-
ενδημική νόσος · ενδημικό είδος · ενδημικός · ενδημισμός · μόνιμο χαρακτηριστικό
-
ενδημώ
-
ενδημικό είδος
-
ενδημική νόσος · ενδημικό είδος · ενδημικός · ενδημισμός · μόνιμο χαρακτηριστικό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη