Μετάφραση του "endless" σε Ελληνικά

Οι ατελείωτος, ατελείωτο, ακατάπαυστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "endless" σε Ελληνικά.

endless adjective γραμματική

extending indefinitely [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ατελείωτος

    adjective masculine

    having no end

    The list of human rights violations is endless and the situation does not appear to be improving.

    Ο κατάλογος των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι ατελείωτος και η κατάσταση δεν φαίνεται να βελτιώνεται.

  • ατελείωτο

    adjective neuter

    having no end

    But it was he who put us on this rough, endless road.

    Αλλά εκείνος μας έβαλε σε αυτόν τον κακοτράχαλο και ατελείωτο δρόμο.

  • ακατάπαυστος

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αιώνιος
    • ατέλειωτος
    • απέραντος
    • αναρίθμητος
    • ατελεύτητος
    • αέναος
    • άληκτος
    • άπειρος
    • αμέτρητος
    • ατέρμονας, συνεχόμενος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " endless " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Endless
+ Προσθήκη

"Endless" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Endless στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "endless" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "endless" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη