Μετάφραση του "endlessly" σε Ελληνικά

Το ατέλειωτα είναι η μετάφραση του "endlessly" σε Ελληνικά.

endlessly adverb γραμματική

in an endless manner; continuously without limit [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ατέλειωτα

    adverb neuter n-p

    in an endless manner [..]

    All the different ways that we got to kill him was endlessly entertaining to us.

    Kripke: Όλοι οι διαφορετικοί τρόποι που πήραμε για να τον σκοτώσουν ήταν ατέλειωτα διασκεδαστικό για μας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " endlessly " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "endlessly" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη