Μετάφραση του "engross" σε Ελληνικά
Οι απορροφώ, απασχολώ, αφομοιώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "engross" σε Ελληνικά.
engross
verb
γραμματική
(transitive, now law) To write (a document) in large, aesthetic, and legible lettering; to make a finalized copy of. [..]
-
απορροφώ
verb -
απασχολώ
verbI' ve been too engrossed in my work, but we' il change all that
Μ ' απασχολεί πολύ η δουλειά μου, αλλά αυτό θ ' αλλάξει
-
αφομοιώνω
verb -
μονοπωλώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " engross " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "engross" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απορρόφηση · προσήλωση · συγκέντρωση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη