Μετάφραση του "engrave" σε Ελληνικά

Οι χαράσσω, χαράζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "engrave" σε Ελληνικά.

engrave Verb verb γραμματική

(transitive) To carve text or symbols into (something), usually for the purposes of identification or art. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαράσσω

    verb

    carve text or symbols into (something)

    I had my name engraved near the grip.

    Είχα χαράξει τo όνoμά μoυ κoντά στη λαβή.

  • χαράζω

    Verb verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " engrave " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "engrave" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "engrave" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη