Μετάφραση του "engrossment" σε Ελληνικά

Οι απορρόφηση, προσήλωση, συγκέντρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "engrossment" σε Ελληνικά.

engrossment noun γραμματική

(uncountable) The state of being engrossed; concentration or preoccupation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απορρόφηση

    noun feminine
  • προσήλωση

    noun
  • συγκέντρωση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " engrossment " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "engrossment" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • απασχολώ · απορροφώ · αφομοιώνω · μονοπωλώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "engrossment" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη