Μετάφραση του "entitled" σε Ελληνικά

Οι απαιτητικός, δικαιούχος, δικαιωματιστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "entitled" σε Ελληνικά.

entitled adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of entitle. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απαιτητικός

    Adjective
  • δικαιούχος

    Noun

    Such shall also be the case when the person entitled to benefits transfers his residence to the territory of another State.

    Το ίδιο συμβαίνει όταν ο δικαιούχος μεταφέρει την κατοικία του στο έδαφος άλλου κράτους.

  • δικαιωματιστής

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • με τίτλο
    • νομιμοποιούμενος
    • προνομιούχος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " entitled " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "entitled" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "entitled" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη