Μετάφραση του "entitle" σε Ελληνικά
Οι εξουσιοδοτώ, τιτλοφορώ, νομιμοποιώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "entitle" σε Ελληνικά.
entitle
verb
γραμματική
To give a title to; to dignify by an honorary designation. [..]
-
εξουσιοδοτώ
verbThe Commission should be entitled to grant derogations to Member States when major adaptations to their national statistical systems are required.
Η Επιτροπή πρέπει να εξουσιοδοτηθεί ώστε να χορηγήσει παρεκκλίσεις στα κράτη μέλη όταν απαιτούνται σημαντικές προσαρμογές στα εθνικά συστήματα στατιστικής τους.
-
τιτλοφορώ
-
νομιμοποιώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " entitle " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "entitle" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σώρευση συντάξεων
-
Μήνυμα ελέγχου δικαιοδοσίας
-
σύσταση δικαιώματος
-
απαιτητικός · δικαιούχος · δικαιωματιστής · με τίτλο · νομιμοποιούμενος · προνομιούχος
-
δικαιωματικώς
-
Δικαιοδοσία
-
δικαιούμαι
-
αίσθηση προνομιακής μεταχείρισης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη