Μετάφραση του "excretion" σε Ελληνικά

Οι απέκκριση, έκκριση, έκκριμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "excretion" σε Ελληνικά.

excretion noun γραμματική

The process of removing or ejecting material that has no further utility, especially from the body; the act of excreting. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απέκκριση

    Noun feminine

    process of removing from the body

    Looking for anything else that might've increased his fluid excretion.

    Ψάχνετε για οτιδήποτε άλλο που μπορεί να έχετε αυξημένη απέκκριση ρευστό του.

  • έκκριση

    noun

    The excretion of filgrastim in milk has not been studied in animals

    Δεν έχει μελετηθεί η έκκριση της φιλγραστίμης στο γάλα σε ζώα

  • έκκριμα

    It's the bodily excretion of an Ethros demon.

    Είναι σωματικό έκκριμα μορφής Ίθρος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποβολή
    • Απέκκριση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " excretion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "excretion" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • απεκκρίνω · εκκρίνει · εκκρίνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "excretion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη