Μετάφραση του "exhausting" σε Ελληνικά
Οι εξαντλητικός, κουραστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exhausting" σε Ελληνικά.
exhausting
adjective
verb
γραμματική
Apt at exhausting ; very tiring. [..]
-
εξαντλητικός
adjective masculineVery tiring
It is precisely the exhaustive nature of that list that seems worrying.
Με ανησυχεί ακριβώς ο εξαντλητικός χαρακτήρας της απαριθμήσεως αυτής.
-
κουραστικός
adjectiveA long war against scattered guerilla groups would be disheartening and too exhausting for our American troops.
'Ενας μακρύς πόλεμος κατά μεμονωμένων ανταρτών θα ήταν τελείως αποθαρρυντικός και κουραστικός για τους αμερικανούς μας στρατιώτες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " exhausting " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "exhausting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αποβάλλω, αποχετεύω, εξαντλώ, εξάτμιση
-
εξαντλητικότητα
-
καυσαέρια αυτοκινήτων
-
διάταξη εξάτμισης
-
καυσαέριο
-
ανεμιστήρας απαγωγής
-
κατάκοπος
-
αέριο εξάτμισης (καυσαέριο) αυτοκινήτου οχήματος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη