Μετάφραση του "expend" σε Ελληνικά
Οι δαπανώ, ξοδεύω, καταναλίσκω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "expend" σε Ελληνικά.
To consume or exhaust some resource. [..]
-
δαπανώ
verbI received tempting offers for advancement and began to expend my energy on climbing the corporate ladder.
Μου έγιναν δελεαστικές προσφορές για προαγωγή και άρχισα να δαπανώ την ενεργητικότητά μου για να ανελιχθώ στην εταιρία όπου εργαζόμουν.
-
ξοδεύω
verbBut eventually, it still expends all of its regenerational apparatus.
Στο τέλος, θα ξοδέψει όλες τις ιδιότητες αναγέννησης του κυττάρου.
-
καταναλίσκω
verbRecently they've suffered heavy losses and expended an enormous amount of resources fighting amongst themselves.
Πρόσφατα υπέστησαν βαριές απώλειες... και κατανάλωσαν τεράστιο μέρος των πηγών τους πολεμώντας μεταξύ τους.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καταναλώνω
- αναλίσκω
- αναλώνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " expend " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "expend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αναλώσιμος
-
αναλώσιμο υλικό
-
αναλώσιμος · διαθέσιμος