Μετάφραση του "expendable" σε Ελληνικά
Οι αναλώσιμος, διαθέσιμος, Αναλώσιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "expendable" σε Ελληνικά.
expendable
adjective
noun
γραμματική
Able to be expended; not inexhaustible. [..]
-
αναλώσιμος
adjective masculineπου θυσιάζονται χωρίς κόστος
If you had succeeded, that would've made me expendable, and we both know where that leads.
Αν είχατε πετύχει, θα ήμουν αναλώσιμος, και ξέρουμε κι οι δύο πού οδηγεί αυτό.
-
διαθέσιμος
adjective feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " expendable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Expendable
-
Αναλώσιμος
If you had succeeded, that would've made me expendable, and we both know where that leads.
Αν είχατε πετύχει, θα ήμουν αναλώσιμος, και ξέρουμε κι οι δύο πού οδηγεί αυτό.
Φράσεις παρόμοιες με "expendable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναλώσιμο υλικό
-
αναλίσκω · αναλώνω · δαπανώ · καταναλίσκω · καταναλώνω · ξοδεύω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη