Μετάφραση του "explosives" σε Ελληνικά
Το εκρηκτικές ύλες είναι η μετάφραση του "explosives" σε Ελληνικά.
explosives
noun
Plural form of explosive. [..]
-
εκρηκτικές ύλες
feminine, pluralExplosive charges and devices containing explosive materials, designed for military purpose, mines and related materiel.
Σχεδιασμένες για στρατιωτική χρήση εκρηκτικές γομώσεις και συσκευές περιέχουσες εκρηκτικές ύλες, νάρκες και συναφές υλικό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " explosives " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "explosives" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γόμωση
-
αντιεκρηκτικός
-
Εκρηκτικές ύλες · εκρηκτικές ύλες
-
Αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός · αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός
-
εκρηκτική ύλη
-
Έκρηξη λέβητα
-
Έκρηξη · έκρηξη · ανατίναξη · σκάσιμο
-
εκρηκτικά · εκρηκτικές ύλες · εκρηκτική ύλη · εκρηκτικό · εκρηκτικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη