Μετάφραση του "exponent" σε Ελληνικά

Οι εκθέτης, δείκτης, υποστηρικτής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exponent" σε Ελληνικά.

exponent noun γραμματική

(mathematics) The power to which a number, symbol or expression is to be raised. As in the 3\, in x^3\,. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκθέτης

    noun

    εκθέτης στα μαθηματικά

    This value is used as the exponent controlling the fall-off in density from the center of the filter to the periphery

    Αυτή η τιμή χρησιμοποιείται ως εκθέτης ελέγχου της πτώσης στην πυκνότητα από το κέντρο του φίλτρου στην περιφέρεια

  • δείκτης

    noun masculine
  • υποστηρικτής

    Noun

    Antoni Gaudí (1852-1926) was the foremost exponent of the new art form, and he left an indelible mark on Barcelona’s urban landscape.

    Ο Αντόνι Γκαουντί (1852-1926) ήταν ο κυριότερος υποστηρικτής της νέας μορφής τέχνης και άφησε ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα στο αστικό τοπίο της Βαρκελώνης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • υπέρμαχος
    • δύναμη
    • εκφραστής
    • συνήγορος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " exponent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Exponent
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εκθέτης

    This value is used as the exponent controlling the fall-off in density from the center of the filter to the periphery

    Αυτή η τιμή χρησιμοποιείται ως εκθέτης ελέγχου της πτώσης στην πυκνότητα από το κέντρο του φίλτρου στην περιφέρεια

Φράσεις παρόμοιες με "exponent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "exponent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη