Μετάφραση του "exponential" σε Ελληνικά

Οι εκθετικός, εκθετική συνάρτηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exponential" σε Ελληνικά.

exponential noun adjective γραμματική

Relating to an exponent. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκθετικός

    adjective masculine

    in modern English, used to describe a high or rapid rate of change [..]

    And what if it's exponential?

    Και ποιος αν είναι εκθετικός;

  • εκθετική συνάρτηση

    noun

    multiplied by the exponential of the simulated return,

    πολλαπλασιασμένο επί την εκθετική συνάρτηση της προσομοιωμένης απόδοσης,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " exponential " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Exponential
+ Προσθήκη

"Exponential" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Exponential στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "exponential" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Εκθετική συνάρτηση · εκθετική συνάρτηση
  • αυξάνομαι γεωμετρικά · αυξάνομαι με γεωμετρική πρόοδο · πολλαπλασιάζομαι ραγδαία
  • Εκθετική συνάρτηση
  • Ύψωση σε δύναμη · δύναμη
  • εκθετική καμπύλη
  • εκθετική γραμμή τάσης
  • Με γεωμετρικη προοδο ... ραγδαια, αλματωδως · αλματωδώς · γεωμετρικά · με αλματώδεις ρυθμούς · ραγδαία
  • Εκθετική αύξηση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "exponential" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη