Μετάφραση του "extent" σε Ελληνικά

Οι έκταση, μέγεθος, βαθμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "extent" σε Ελληνικά.

extent adjective noun γραμματική

A range of values or locations. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έκταση

    noun feminine

    space, area, volume to which something extends [..]

    The extent and degree of the impact of Chernobyl fallout appears to be underplayed.

    Φαίνεται ότι η έκταση και το μέγεθος του αντικτύπου των ραδιενεργών εναποθέσεων του Τσερνομπίλ υποβαθμίζονται.

  • μέγεθος

    noun neuter

    The Facility has not yet determined the extent of the impact of this standard.

    Η Διευκόλυνση δεν έχει ακόμη προσδιορίσει το μέγεθος του αντικτύπου αυτού του προτύπου.

  • βαθμός

    noun masculine

    No other funding agency uses a representative sample of ex post controls to such an extent.

    Κανένας άλλος οργανισμός χρηματοδότησης δεν χρησιμοποιεί σε τέτοιο βαθμό αντιπροσωπευτικό δείγμα κατασταλτικών ελέγχων.

  • έκταση οπτικής γωνίας

    The width or height of the viewport.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " extent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "extent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "extent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη