Μετάφραση του "feigned" σε Ελληνικά
Το προσποιητός είναι η μετάφραση του "feigned" σε Ελληνικά.
feigned
adjective
verb
γραμματική
Pertaining to a pretense, a counterfeit, or something false or fraudulent. [..]
-
προσποιητός
There is nothing like the feigned indifference of a woman to excite a man's desire.
Δεν υπάρχει τίποτα σαν την προσποιητή αδιαφορία... μιας γυναίκας για να διεγείρει την επιθυμία ενός άνδρα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " feigned " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη