Μετάφραση του "feigning" σε Ελληνικά

Το προσποίηση είναι η μετάφραση του "feigning" σε Ελληνικά.

feigning noun verb γραμματική

Present participle of feign. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσποίηση

    noun

    This pathetic feigning of madness will not save your life.

    Αυτή η αξιολύπητη προσποίηση τρέλας δεν θα σώσει τη ζωή σου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " feigning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "feigning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επινοώ · κάνω · καμώνομαι · παριστάνω · προσποιούμαι · υποκρίνομαι
  • προσποιητός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "feigning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη