Μετάφραση του "feign" σε Ελληνικά
Οι προσποιούμαι, κάνω, παριστάνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "feign" σε Ελληνικά.
feign
verb
γραμματική
To represent by a false appearance of; to pretend; to counterfeit. [..]
-
προσποιούμαι
verbDid you think an Indian wouldn't know how to feign ignorance?
Επειδή είμαι Ινδιάνα, νομίζετε πως δεν ξέρω πώς να προσποιούμαι την αφελή;
-
κάνω
verbYou feign ignorance at insinuation.
Να κάνετε πως δεν πιάνετε τα υπονοούμενα.
-
παριστάνω
verbDon't you dare feign ignorance with me, Ms. Lockhart.
Μη παριστάνετε την ανήξερη, κα Λόκχαρτ.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- υποκρίνομαι
- επινοώ
- καμώνομαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " feign " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη