Μετάφραση του "fin" σε Ελληνικά

Οι πτερύγιο, βατραχοπέδιλο, Πτερύγιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fin" σε Ελληνικά.

fin verb noun γραμματική

(ichthyology) One of the appendages of a fish, used to propel itself and to manoeuvre/maneuver. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πτερύγιο

    noun neuter

    Now he speeded up as he smelled the fresher scent and his blue dorsal fin cut the water.

    Τώρα επιτάχυνε καθώς δυνάμωνε η μυρωδιά του ψαριού και το γαλάζιο ραχιαίο του πτερύγιο έσχιζε το νερό.

  • βατραχοπέδιλο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Fin proper

commune in the Somme department in France

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πτερύγιο

    And what happened to the horse, you know, Egyptian Fin?

    Και τί έγινε τελικά με το άλογο, Το Πτερύγιο της Αιγύπτου?

Εικόνες με "fin"

Φράσεις παρόμοιες με "fin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη