Μετάφραση του "firstly" σε Ελληνικά
Οι πρώτο, πρώτα, καταρχάς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "firstly" σε Ελληνικά.
(formal) In the first place; before anything else; first. [..]
-
πρώτο
adjective(2) Mail preparation may firstly cover a service provided for the benefit of a mail originator.
(2) Κατά πρώτο λόγο, η ταχυδρομική διεκπεραίωση δύναται να καλύψει μια υπηρεσία εις όφελος ενός ταχυδρομικού αποστολέα.
-
πρώτα
adverb masculineThis was achieved firstly through an advance account and then an imprest account.
Αυτό επιτεύχθηκε πρώτα μέσω ενός λογαριασμού προκαταβολών και στη συνέχεια με πάγιες προκαταβολές.
-
καταρχάς
Mr President, firstly I would like to congratulate the rapporteur on his brief and clear statement.
Πρόεδρε, καταρχάς θα ήθελα να συγχαρώ τον εισηγητή για την σύντομη και σαφή ανάλυσή του.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αρχικά
- εν πρώτοις
- κατά πρώτο λόγο
- στην αρχή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " firstly " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate