Μετάφραση του "firstborn" σε Ελληνικά
Το πρωτότοκος είναι η μετάφραση του "firstborn" σε Ελληνικά.
firstborn
adjective
noun
γραμματική
The first child to be born to a parent or family. [..]
-
πρωτότοκος
adjectiveYou're no better than we are, just because you're the firstborn.
Δεν είσαι καλύτερος από εμάς, επειδή είσαι ο πρωτότοκος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " firstborn " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη