Μετάφραση του "firsthand" σε Ελληνικά

Οι άμεσος, από πρώτο χέρι, ευθύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "firsthand" σε Ελληνικά.

firsthand adjective adverb γραμματική

Direct, without intermediate stages. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άμεσος

    adjective
  • από πρώτο χέρι

    direct, without intermediate stages

    They haven't seen firsthand how this is working.

    Δεν έχουν δει από πρώτο χέρι, πως δουλεύει.

  • ευθύς

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " firsthand " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "firsthand" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη