Μετάφραση του "forceps" σε Ελληνικά
Οι λαβίδα, εμβρυουλκός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "forceps" σε Ελληνικά.
forceps
noun
γραμματική
An instrument used in surgery or medical procedures for grasping and holding objects, similar to tongs or pincers. [..]
-
λαβίδα
noun feminineinstrument used in surgery
With the forceps, take the filtration membrane holding it by an edge.
Λαμβάνεται με τη λαβίδα η μεμβράνη διήθησης από το ένα της άκρο.
-
εμβρυουλκός
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " forceps " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "forceps"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη